Η παιδική σεξουαλική κακοποίηση αποτελεί ένα αποκρουστικό για την κοινωνία φαινόμενο και για την αποτελεσματική παρέμβαση, αντιμετώπιση και τον τερματισμό της, έχει τεράστια σημασία η έγκαιρη αναγνώριση ορισμένων χαρακτηριστικών ενδείξεων από την πλευρά του παιδιού-θύματος, από το ευρύ οικογενειακό περιβάλλον, το σχολείο ή άλλο εμπλεκόμενο στη ζωή του κοινωνικό φορέα ή άτομο, οι οποίες πιθανόν να οφείλονται σε υφιστάμενη και ακούσια σεξουαλική πράξη.
Οι εν λόγω ενδείξεις μπορούν να εντοπισθούν σε σωματικό, σε συμπεριφορικό και σε ψυχολογικό επίπεδο.
Ορισμός Παιδικής Σεξουαλικής Κακοποίησης
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας «η παιδική σεξουαλική κακοποίηση είναι η συμμετοχή του παιδιού σε σεξουαλική δραστηριότητα, την οποία αυτός ή αυτή δεν κατανοεί πλήρως, δεν είναι σε θέση να δώσει συγκατάθεση ή για την οποία το παιδί δεν είναι αναπτυξιακά προετοιμασμένο ή αλλιώς παραβιάζει τους νόμους ή τα κοινωνικά ταμπού της κοινωνίας. Τα παιδιά μπορεί να υποστούν σεξουαλική κακοποίηση τόσο από ενήλικες, όσο και από άλλα παιδιά που είναι λόγω της ηλικίας τους ή της ανάπτυξής τους σε θέση ευθύνης, εμπιστοσύνης ή εξουσίας απέναντι στο θύμα και έχει ως στόχο την ευχαρίστηση ή την ικανοποίηση των αναγκών του άλλου προσώπου».
Η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών μπορεί να περιλαμβάνει διάφορους τρόπους πραγματοποίησης και ενέργειες του θύτη, όπως σωματικά αγγίγματα, διείσδυση με κολπική ή πρωκτική συνουσία, στοματικό έρωτα, επίδειξη γεννητικών οργάνων, επαφή με τα γεννητικά όργανα, αυνανισμό μεταξύ θύτη και θύματος, έκθεση ή χρησιμοποίηση των παιδιών σε πορνογραφικές ταινίες ή φωτογραφίες, ενθάρρυνση ή εξαναγκασμός παιδιών σε πορνεία ή να γίνουν μάρτυρες σεξουαλικών πράξεων.
Ενδείξεις και συμπτώματα Σεξουαλικής Κακοποίησης
Αρχικά, το παιδί μπορεί να εμφανίζει πάνω στο σώμα του εκδορές, μώλωπες, απροσδιόριστους και αδικαιολόγητους πόνους και σημάδια, χαρακτηριστικά σεξουαλικής επαφής. Επίσης, μπορεί να παρουσιάζεται βλάβη στο ουροποιητικό σύστημα, στα γεννητικά όργανα, στον πρωκτό ή/και μολύνσεις σε αυτά, ερεθισμός ή κνησμός, αλλά και μεταδιδόμενα αφροδίσια νοσήματα, με τα τελευταία να αποτελούν ισχυρό ενδεικτικό παράγοντα σεξουαλικής επαφής και κακοποίησης. Επιπλέον, μπορεί να παρουσιάζεται δυσκολία στο περπάτημα ή στο κάθισμα λόγω της πιθανής βλάβης από τη σεξουαλική διείσδυση, παρουσία σπέρματος, αλλά και εν τέλει ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη.
Επιπρόσθετα, η σεξουαλική κακοποίηση μπορεί να επιφέρει στα παιδιά διαταραχές στον ύπνο, όπως αϋπνία και καθημερινούς εφιάλτες, νυχτερινή ενούρηση και φόβο για το σκοτάδι, διαταραχές πρόσληψης τροφής, όπως ψυχογενή ανορεξία ή σημαντικές αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες, καθώς ακόμα καταθλιπτική συμπεριφορά, αυτοκτονικό ιδεασμό ή και απόπειρα.
Το παιδί που έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά είναι πιθανό να παρουσιάζει έντονο φόβο για ένα συγκεκριμένο άτομο και να δείχνει ότι έχει χάσει την εμπιστοσύνη του προς τους μεγαλύτερους, να έχει γίνει εσωστρεφές, να διακατέχεται από χαμηλή αυτοεκτίμηση και να έχει μικρές προσδοκίες από τους άλλους. Επίσης, μπορεί να έχει τάσεις φυγής από το σπίτι του και να εμφανίζει προβλήματα με το σχολείο, όπως παλινδρομημένη ή επιθετική συμπεριφορά, καθώς και έντονο φόβο σε περίπτωση ιατρικών εξετάσεων στο σχολικό χώρο. Η επίδοση του μπορεί να έχει μειωθεί και να μην εμπλέκεται σε διαδικασίες που απαιτούν προσωπικό χρόνο και κόπο. Μπορεί να εμφανίσει παραβατική συμπεριφορά, όπως κλοπές και χρήση παράνομων εθιστικών ουσιών, αλλά και να επιδοθεί σε πορνεία στην όψιμη εφηβεία. Επιπλέον, μπορεί να ζωγραφίζει αποτυπώνοντας σεξουαλικά θέματα, να έχει αλλάξει τη στάση του απέναντι στο σεξ και να ρέπει εμφανώς προς σεξουαλική και συναισθηματική εκμετάλλευση, καθώς επίσης ένα κορίτσι μπορεί να αναλαμβάνει το ρόλο της μητέρας μέσα στην οικογένεια, αναδεικνύοντας μία σύγχυση ταυτότητας που μπορεί να έχει αποκτηθεί λόγω των πρώιμων σεξουαλικών επαφών της.
Γίνεται κατανοητό ότι τα εν λόγω χαρακτηριστικά αποτελούν μόνο ενδείξεις κι όχι αποδείξεις σεξουαλικής κακοποίησης ενός παιδιού. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και πολλοί άλλοι παράγοντες, όπως η συμπεριφορά των λοιπών μελών της οικογένειας, γονέων, αδερφών και συγγενών, πρότερες κατηγορίες ή καταδίκες γονέων ή τρίτων, οι οποίοι έρχονται σε κοινωνική επαφή με το παιδί, συμπληρωματικές πληροφορίες και μαρτυρίες φίλων, συμμαθητών, γειτόνων, συγγενών ή οποιουδήποτε άλλου, ανάλογα με την περίπτωση και το περιβάλλον, όπου υπάρχουν υπόνοιες διάπραξης τέτοιας συμπεριφοράς.
Η εμφάνιση ορισμένων εκ των συμπτωμάτων δεν επισυμβαίνει κατ΄ανάγκην αμέσως μετά τη σεξουαλική κακοποίηση, καθώς αποτελεί ένα τραυματικό βίωμα, το οποίο μπορεί να απωθηθεί και το παιδί να μην παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα ή να μην το αναφέρει λόγω της ενοχής του. Επιπλέον, η «λανθάνουσα επίδραση» μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο στην μη εμφάνιση των συμπτωμάτων, με τις επιπτώσεις να λαμβάνουν χώρα μεταγενέστερα στην εφηβεία.






