Σαν να είχαν προβλέψει τη δολοφονία του ράπερ Παύλου Φύσσα από τον χρυσαυγίτη, ταινίες που πήραν τον δρόμο για τη Βόρεια Ελλάδα, μίλησαν για τη βία, τους φόνους των ρατσιστών αλλά και για την κρίση. Και κάποιες από αυτές έφυγαν με βραβεία σε ένα φεστιβάλ με πολλές γυναικείες υπογραφές
(Στην εικόνα απεικονίζεται ο Φρίξος Προέδρου (αριστερά) στο «Red Hulk» της Ασημίνας Προέδρου, ένα διεισδυτικό πορτρέτο πάνω στη συγκρότηση της ταυτότητας του έλληνα νεοναζί. Ο πρωταγωνιστής κέρδισε την τιμητική διάκριση καλύτερης ανδρικής ερμηνεία και η ταινία το 1ο βραβείο μυθοπλασίας.)
Από την αρχή φαινόταν πως το φετινό δεν θα ήταν ένα Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους όπως όλα τα άλλα. Πριν από την πρώτη ημέρα ακόμα, όταν δηλαδή ανακοινώθηκε το επίσημο διαγωνιστικό, με πολλές καλές κομμένες ταινίες (που γρήγορα βρήκαν τον δρόμο τους στο αντίστοιχο Φεστιβάλ της Αθήνας) αλλά και με τις σκηνοθέτιδες να καταλαμβάνουν σημαντικό όγκο του. Και αν πηγαίνουμε σινεμά για να συναντήσουμε το βλέμμα κάποιου άλλου, φέτος το γυναικείο βλέμμα πρωταγωνιστούσε – κάτι που φάνηκε και στις χθεσινές βραβεύσεις.
Την Τρίτη λοιπόν μπαίνουμε στις αίθουσες για να παρακολουθήσουμε το «Red Hulk» της Ασημίνας Προέδρου. Η ιστορία γνωστή σε πολλούς από εμάς, πρώτη φορά όμως τη βλέπουμε έτσι δομημένη στη μεγάλη οθόνη. Ενας
νέος που εκτονώνει την καταπιεσμένη οργή του με όλους τους εσφαλμένους τρόπους, αναζητώντας ένταξη και αποδοχή. Σε κύκλους χουλιγκάνων (το παρατσούκλι του, «Red Hulk» προσδιορίζει πολλά) και σε αυτούς των εθνικιστών. Σε μια «έφοδό» τους μαχαιρώνουν έναν «εχθρό». Κι εκείνος σωριάζεται νεκρός.
Ακόμη το κοινό σημείο δεν είναι αισθητό, τα νέα της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα από τον χρυσαυγίτη δεν έχουν διαδοθεί. Οι περισσότεροι τα μαθαίνουμε βγαίνοντας από την αίθουσα. Παγωμάρα επικρατεί, πορείες ξεσπούν και στην πόλη. Η ταινία της Προέδρου θα φύγει τελικά από τη Δράμα με το πρώτο
βραβείο της διοργάνωσης, τον Χρυσό Διόνυσο. Είναι ένα βραβείο που αντανακλά περισσότερα από την ποιότητα της ταινίας. Αντανακλά και το κλίμα της φετινής συνάντησης των απανταχού μικρομηκάδων.
Η Ασημίνα Προέδρου μετράει προσεκτικά τις λέξεις της προτού μου απαντήσει: «Η ταινία συνδέθηκε αμέσως με το συμβάν. Δεν το ήθελα, δεν το θέλω, ζήτησα από τους δημοσιογράφους στην πρώτη συνέντευξη Τύπου να μην το κάνουν, δεν είναι αυτός ο τρόπος για να ακουστεί το φιλμ. Δεν είναι ωραίο. Προσπαθήσαμε να κάνουμε εκτεταμένη έρευνα, να διεισδύσουμε σε συλλόγους, γνώρισα και ανθρώπους που με βοήθησαν, που είχαν μαρτυρίες εκ των έσω και βοήθησαν στους διαλόγους, στη σκηνογραφία, σε πολλούς τομείς. Είναι μια ταινία για την αποδοχή, γυρισμένη με δυσκολία. Και η ιστορία δεν βοηθούσε. Στα γυρίσματα στους δρόμους, οι μετανάστες τρομοκρατούνταν…».
Η ταινία κρατά 20 λεπτά και αυτό ίσως την εμποδίσει να βρει το κοινό της (δύσκολα θα την επιλέξει ένα γραφείο διανομής για να ανοίξει μια προβολή), η Ασημίνα όμως είναι αποφασισμένη να αναζητήσει το κοινό της.
Σύμπτωση; Αντίστοιχο θέμα με άξονα κυρίως τη βία είχε και η ταινία του Θοδωρή Βουρνά «Εθελοντές», που τοποθετείται στο εγγύς μέλλον και προσδιορίζεται ως «σαφής αλληγορία για τον φασισμό και τη σαρωτική επέλασή του στη σημερινή Ελλάδα». Με ατού τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών Αλέξιου Κοτσώρη και Αντίνοου Αλμπάνη.
Στην οθόνη του Φεστιβάλ Δράμας έφτασαν, εκτός από τις προφητικές – όπως αποδείχθηκε – αλληγορίες για τη βία και τον φασισμό – εθνικισμό, ιστορίες προσωπικές, ερωτικές, εσωτερικές. Αλλά και πολιτικός λόγος, και ανησυχία για το μέλλον, και η Ελλάδα της κρίσης πανταχού πρωταγωνίστρια, είτε σε πρώτο ρόλο είτε στο φόντο. Ολα αυτά σε ταινίες που φτιάχνονται με λίγα χρήματα. Το αποτέλεσμα όμως μετράει.
Η «Γεννήτρια» της Νικολέτας Λεούση είναι ένα μικρό αριστούργημα. Κατά τη διάρκεια μιας πορείας που φτάνει έξω από το μαγαζί του, αλλά και μιας κατάσχεσης, ένας οικογενειάρχης παίρνει κάποιες ριζικές αποφάσεις για τη ζωή και το μέλλον του. Αμεσότητα, ερμηνείες, κορύφωση. «Αποφασίσαμε να κάνουμε την ταινία παρέα με τον Γιώργο Τελτζίδη που έκανε το σενάριο», μου εξομολογείται η σκηνοθέτις, «την ημέρα που ψηφιζόταν το δεύτερο Μνημόνιο. Νιώθαμε τόσο ανίσχυροι! Και κάναμε μια ταινία. Ισως να ακούγεται παράδοξο σε κάποιους, αλλά το σινεμά με φέρνει πιο κοντά στην πραγματικότητα. Στην ταινία υπάρχουν και οι γονείς μου. Οχι οι ίδιοι, αλλά μπορείς να δεις “σημάδια” στους κεντρικούς χαρακτήρες της ταινίας. Ο πατέρας μου συγκινήθηκε».
Η ταινία έφυγε με τιμητική διάκριση σεναρίου. Ως το καλύτερο φιλμ της φετινής σοδειάς τιμήθηκε και από την Πανελλήνια Ενωση Κριτικών Κινηματογράφου.
Στη «Νικολέτα» της Σόνιας Λίζας Ακερμαν, ένα οκτάχρονο παιδί αναλαμβάνει την ευθύνη της μικρής αδελφής του στη μετεμφυλιακή Ελλάδα του 1951, κάπου στην Ηπειρο.
Τεχνικά αψεγάδιαστη, δραματουργικά ολοκληρωμένη, από μια νέα ελπίδα του ελληνικού σινεμά, μια σκηνοθέτιδα που αφήνει το Λονδίνο για να επιστρέψει στην Ελλάδα και να μιλήσει γι’ αυτήν. «Οι ιστορίες μου είναι ελληνικές. Με αφορά αυτό που συμβαίνει εδώ. Εφυγα για το Λονδίνο με το που ξεκίνησε η κρίση και την επισκεπτόμουν ανά διαστήματα, βλέποντας εικόνες που δεν περίμενα ποτέ να δω. Δεν περίμενα, ας πούμε, να δω τους γείτονές μου να ψάχνουν στα σκουπίδια. Μια φίλη χρειάστηκε να πάει στο νοσοκομείο και της είπαν να φέρει γάζες και βαμβάκι από το σπίτι. Δεν μπορώ να μείνω πίσω. Και η μεγάλου μήκους που ετοιμάζω τώρα, στην Ελλάδα διαδραματίζεται». Η Σόνια Λίζα Ακερμαν κέρδισε στη Δράμα το Βραβείο Σπουδαστικής Ταινίας.