Αν και η χώρα μας «λούζεται» από το φως του ήλιου τις περισσότερες μέρες του χρόνου, οι Έλληνες παρουσιάζουμε συχνά έλλειψη βιταμίνης D. Ενώ όμως δεκάδες επιστημονικές έρευνες επιβεβαιώνουν και διευρύνουν σοβαρά τη συμβολή της βιταμίνης στην υγεία γενικότερα και όχι μόνο στα οστά, το θέμα της έλλειψης βιταμίνης D τείνει να αποκτήσει διαστάσεις προβλήματος δημόσιας υγείας.
H ενδοκρινολόγος, αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Β’ Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών, Ειρήνη Λαμπρινουδάκη, απαντά σε όλες μας τις απορίες σχετικά με την έλλειψη της βιταμίνης D.
- Από που παίρνουμε βιταμίνη D;
Καταρχάς, ποσοστό μεγαλύτερο από το 90% της βιταμίνης D παράγεται από την επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας σε ουσίες που υπάρχουν στο δέρμα (στερόλες). Ηλιακή έκθεση, ακόμη και περιορισμένης επιφάνειας του σώματος για 5-10 λεπτά καθημερινά, κατά τις μεσημβρινές ώρες του καλοκαιριού, της άνοιξης και του φθινοπώρου, παράγει ποσότητα βιταμίνης D αρκετή για να καλύψει τις ανάγκες του ανθρώπινου οργανισμού.
Η παραγωγή της βιταμίνης εξαρτάται από την ένταση της ακτινοβολίας, το χρώμα του δέρματος, αλλά και την ηλικία. Στην τρίτη ηλικία, για παράδειγμα, υπάρχει μείωση της συγκέντρωσης D κατά 30%, επειδή οι ηλικιωμένοι συνήθως εκτίθενται λιγότερο ή και καθόλου στον ήλιο.
Το υπόλοιπο 10% της βιταμίνης D που έχει ανάγκη ο οργανισμός λαμβάνεται από τροφές όπως τα ψάρια (κυρίως σολομός, γάδος, ρέγκα, σαρδέλα και τόνος), ο κρόκος του αυγού, το βοδινό κρέας, το συκώτι και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Για τα τελευταία ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι περιέχουν μικρές ποσότητες βιταμίνης D, που δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες του οργανισμού.





